ギリシア語編集

名詞編集

εντομοκτόνο 中性 (εντομοκτόνα)

  1. 殺虫剤

形容詞編集

εντομοκτόνο

  1. εντομοκτόνοςの中性単数主格。
  2. εντομοκτόνοςの男性単数対格。
  3. εντομοκτόνοςの中性単数対格。
  4. εντομοκτόνοςの中性単数呼格。